Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Ιστορίες υπερβολής - κυριάκος αθανασιάδης


κυριάκος αθανασιάδης

Ιστορίες υπερβολής


Από τις εκδόσεις δήγμα κυκλοφορούν σε νέα έκδοση οι Ιστορίες υπερβολής του Κυριάκου Αθανασιάδη. Πρόκειται για δέκα σύντομες αλληγορικές αφηγήσεις που πρωτοεκδόθηκαν το 1987 και θεωρήθηκαν εξαρχής από την κριτική μια από τις πιο σημαντικές καταθέσεις στην ελληνόγλωσση λογοτεχνία του φανταστικού.




Ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει στο τέλος της παρούσας έκδοσης: «Οι ιστορίες αυτές (πλην μίας ή δύο) γράφτηκαν απνευστί μέσα σε δέκα ημέρες τού 1987 όταν μού ζητήθηκε ένα βιβλίο διηγημάτων από τις εκδόσεις «Ροές» για τη σειρά Ελληνικής Λογοτεχνίας που τότε ετοίμαζαν. Μια πολύ παράξενη αρχή για κάποιον που θεωρείτο πεζογράφος χωρίς να έχει γράψει σχεδόν το παραμικρό (εξαίρεση η «Σείρια», που γράφτηκε στο Στρατό και πρωτοδημοσιεύτηκε στο Δέντρο). Για το εξώφυλλο είχα επιλέξει μια Πιετά τού Όσκαρ Κοκόσκα. Ένα μέρος από τα αντίτυπα εκείνης της έκδοσης οδηγήθηκε στην πολτοποίηση μέσα στην επόμενη δεκαετία. Στην παρούσα έκδοση τα κείμενα δεν υπέστησαν καμία ουσιαστική αλλαγή ή επιμέλεια».

* * *


Επιλογή δημοσιευμένων κρίσεων για τις Ιστοριεσ Υπερβολής.


«Ο κόσμος στον οποίο μάς ξεναγεί ο Κυριάκος Αθανασιάδης είναι αυτός τής ποιητικής φαντασίας. Μέσ’ απ’ αυτόν ο συγγραφέας ανασύρει σπάνια κοσμήματα, παράξενα αντικείμενα, αλλόκοτες γραφές κι επικίνδυνα άνθη, που η μελέτη και η σπουδή τους μας αποκαλύπτει άλλες μαγείες κι άλλες εκπλήξεις. Αποκαλύπτει περιοχές με ιριδίζοντα ημίφωτα και σιγαλινούς ήχους από μια απόμακρη έγχορδη μουσική, που μας οδηγεί σε στριφογυριστά μονοπάτια, και μέσ’ από βαθύσκια δάση κι αινιγματικά τοπία σε μαρμαροστόλιστες αίθουσες, αμφίβολα υπόγεια και άγνωστους ουρανούς». * Μάκης Πανώριος, Διαβάζω, τχ. 193, 8.6.88.


«Όλα (αισθήματα, συναισθήματα που πηγάζουν από γνήσιες καταστάσεις, ακόμα κι όταν αυτές μπορούν να λογαριαστούν ως πλάσματα φαντασίας) προβάλλονται με τη μορφή του συγκεκριμένου, που απορρέει από μια ενδελεχή παρακολούθηση της ζωής». * Άγγελος Φουριώτης, Ακρόπολις, 27.10.88.


«Φαντάσματα αχρονικών εποχών, άλλοτε σκληρά, βίαια και εκδικητικά και άλλοτε ήμερα και τρυφερά, στοιχειώνουν τις διηγήσεις του Αθανασιάδη, κάνοντάς τες να μοιάζουν άλλες φορές με παραμύθια για ανήσυχους ενήλικες, κι άλλες φορές με θρύλους ή με σκηνές μιας παλιάς ξεχασμένης μυθολογίας. Ιστορίες αποχρώσεων και αινιγμάτων, ατίθασες και έρημες, προσφέρονται για αναγνώσεις ταξιδιάρικες και καθόλου εφησυχαστικές». * Άκης Δήμου, Πολιορκία, τχ. 6, Χειμώνας 1987.


«Τα διηγήματα του Αθανασιάδη εμπεριέχουν κάποτε το όνειρο, την παρουσία της γυναίκας υφασμένης από εύθραυστη σάρκα, το έντονο συναίσθημα που προκαλείται από τα “μάτια” της, την απεριόριστη διεύρυνση του χρόνου και τον παροξυσμό που δημιουργεί το ατέρμονο του χώρου. Οι δέκα ιστορίες του βιβλίου ελίσσονται και εξελίσσονται σε πολλά επίπεδα, ξεφεύγουν πολλές από τα “κλασικά” στοιχεία του φανταστικού και λειτουργούν σαν πυκνές, υπαινικτικές αναφορές σε σύγχρονα αναγνώσματα». * Αγγελική Βασιλάκου, Εξόρμηση, 28.6.87.


«Είναι λάθος να ονομάσει κανείς τις ιστορίες αυτές έργα επιστημονικής φαντασίας. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται επίσης για την ψυχολογία. Δεν ασχολείται, ακόμα, με αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα, πολύ περισσότερο με τη νεοελληνική πραγματικότητα. Ο συγγραφέας δε μελετάει ούτε την ανθρώπινη κοινωνία ούτε την ιστορία. Δεν τον απασχολεί ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, αλλά ο άνθρωπος. Για να μας αποσπάσει από την απατηλή πραγματικότητα, όχι μόνο δε δίνει στους ήρωες φυσιολογικά ονόματα –που δε σημαίνουν τίποτα, και είναι πάντα ονόματα νεκρών–, αλλά και μεταφέρει όλη την αφήγηση στον περασμένο αιώνα. Μιλάει μόνο για την ασύλληπτη τραγικότητα της ψυχής». * Α.Κ. Χριστοδούλου, Εντευκτήριο, Δεκέμβριος 1981.